Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
εκπέραμα — ἐκπέραμα, το (Α) το να περάσει, να έλθει κάποιος … Dictionary of Greek
ἐκπέραμα — ἐκπέρᾱμα , ἐκπέραμα coming out of neut nom/voc/acc sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)